21/1/10

Άσκηση Ύφους Ι - Μενουέτο και Τρίο

Είτε ως αυτόνομο κομμάτι, είτε ως μεσαίο μέρος κυκλικών δομών όπως η σουίτα, η σονάτα ή η συμφωνία, το μενουέτο αποτελεί ένα σημείο έναρξης για τη μελέτη της ονομαζόμενης “κυκλικής” ή “ισοκυκλικής μορφής” (ternary form). 
Η τυπική δομή του μενουέτου, γραμμένο πάντα σε τρίσημο ρυθμό (3/4, 3/8) ή σπανιότερα σε πολλαπλάσιά του (6/8) είναι: 
||:Α:||:Β-Α’:||
Το Α συμβολίζει το βασικό θέμα του μενουέτου στην περιοχή της τονικής, το Β μια δεύτερη αντιθετική ως επί των πλείστων ιδέα στην τονική της δεσπόζουσας και το Α’ την επανάληψη του Α, είτε αυτούσια είτε με κάποιες μικρές διαφορές ξανά στην περιοχή της τονικής.
Ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι επαναλήψεις καθιστούν το μενουέτο ως διμερή και όχι τριμερή μορφή για το λόγο ότι στη δεύτερη επανάληψη, η ενότητα Α’ παρουσιάζεται να είναι ενσωματωμένη στην ενότητα Β και συνδεδεμένη με μια χαρακτηριστική συγχορδία η οποία μπορεί να είναι κάποια δεσπόζουσα, παρενθετική δεσπόζουσα κλπ. Χαρακτηριστικό του μενουέτου είναι ι μισή πτώση στη δεσπόζουσα με την οποία τελειώνει σχεδόν πάντα το Α.
Μέσα σε ευρύτερες μουσικές δομές όπως αυτή της σονάτας ή της συμφωνίας, το μενουέτο, γραμμένο σε μια πιο απλή αρμονική και μελωδική γλώσσα από όσα προηγούνται και έπονται, την οποία ο ακροατής μπορεί ευκολότερα να ακολουθήσει, αποτελεί ένα σημείο χαλάρωσης της έντασης, η οποία πολλές φορές λειτουργεί ως προετοιμασία για το finale.
Παρ’ όλη την άγνωστη καταγωγή του, όπως άλλωστε συμβαίνει σε πολλά είδη παραδοσιακής μουσικής, το μενουέτο παρουσιάζεται να χορεύεται στην αυλή του Louis XIV περίπου το 1660. Παραθέτω ένα φολκλορικό δείγμα αναπαράστασης του χορού της εποχής αυτής:



Εν συνεχεία, ας δούμε λίγο πιο διεξοδικά τα δομικά συστατικά της μορφής αυτής, μέσα από το μενουέτο του Mozart Νο. 3 KV 65a







Παραθέτω μια εκτέλεση από το Youtube του μενουέτου αυτού, με το τρίο που το συνοδεύει και το οποίο θα δούμε λίγο παρακάτω.

Μπορείτε να κατεβάσετε σε μορφή pdf την αρμονική και μοτιβική ανάλυση της παρτιτούρας εδώ










Το πρώτο μέρος του μενουέτου το οποίο θα ονομάσουμε Α εκτείνεται από το μέτρο 1 έως το μέτρο 8 και έχει τη μορφή μιας τυπικής οκτάμετρης πρότασης:



Τα μέτρα 1 και 2 αποτελούν τη βασική ιδέα του Α την οποία ονομάζουμε a1 και είναι στην περιοχή της Τονικής (Τ). Ονομάζουμε τα 2 επόμενα μέτρα, 3-4, a2 τα οποία περιέχουν τη βασική ιδέα στην τονικότητα της δεσπόζουσας. Στα 2 επόμενα μέτρα έχουμε μια μικρή ανάπτυξη της ιδέας αυτής με το a1 να παίζεται από το τσέλο ενώ ντουμπλάρεται με παράλληλες τρίτες από το πρώτο βιολί. Το μέτρο 7 είναι μια μελωδική προετοιμασία της μισής πτώσης η οποία θα ακολουθήσει στο επόμενο μέτρο (8)














Στη συνέχεια έχουμε το μέρος Β του κομματιού, το οποίο διαρκεί από το μέτρο 9 έως το μέτρο 12. Εδώ έρχεται μια αντιθετική ιδέα ως προς το Α. Έχουμε χρωματική κίνηση η οποία έρχεται σε αντίθεση με την πλήρως διατονική της προηγούμενης ενότητας. Το χαρακτηριστικό του τετραμέτρου αυτού μέρους είναι η αυτούσια επανάληψη των 2 πρώτων μέτρων (9-10) τα οποία ονομάζουμε b1,με ανταλλαγή φωνών ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο βιολί το οποίο επαναλαμβάνει το b1, με διαφορετική όμως μελωδική κατάληξη και για το λόγο αυτό θα το ονομάσουμε b2. Τα b1 και b2 από το πρώτο και το δεύτερο βιολί αντίστοιχα, συνοδεύονται αντίθετα (αντίστοιχα από το δεύτερο και το πρώτο βιολί) από το μοτίβο m1 το οποίο παραμένει στην ίδια οκτάβα σε αντίθεση με το b2 το οποίο επαναλαμβάνει το μελωδικό υλικό του b1 μια οκτάβα χαμηλότερα. H επανάληψη του δίμετρου αυτή γίνεται επάνω στο ίδιο βάσιμο το οποίο ονομάζουμε m2 (τσέλο, ΜΜ 9-10 = ΜΜ 11-12).


O τρίτος παλμός του μέτρου 12 σηματοδοτεί την έναρξη του A’ (MM 13-20) το οποίο συνδέεται με το προηγούμενό του Β μέσω της πτώσης στη δεσπόζουσα στο μέτρο 12. Το Α’ είναι και αυτό μια οκτάμετρη, καταληκτική αυτή τη φορά πρόταση, με αυτούσια επανάληψη τα a’ 1, a’2, a’3 και αλλαγμένη την κατάληξη, η οποία εδώ είναι μια τέλεια πτώση που πραγματοποιεί και το finale του μενουέτου.















Στη συνέχεια ακολουθεί το Τρίο, το οποίο συνδυαζόμενο με την επανάληψη του μενουέτου (Minuetto da capo) σχηματίζει παράλληλα μια επίσης τριμερή μακροδομή.
Κατά το 17ο και 18ο αιώνα το Τρίο υπήρξε μια συνήθης μορφή όπου παρεμβαλλόταν ανάμεσα στο μενουέτο και την επανάληψή του. Η λειτουργία του είναι τόσο δομική εφόσον δημιουργεί  ένα αντιθετικό, ως επί των πλείστων, τμήμα ως προς το μενουέτο, όσο και χρονική, εφόσον χρησιμοποιείται για την επέκταση της διάρκειας της μουσικής, προσφέροντας περισσότερο χρόνο στους χορευτές για τις φιγούρες τους. Τονικά, το Τρίο αρχικά φέρεται να είναι στην ομώνυμη ως προς το μενουέτο κλίμακα, στη συνέχεια όμως, χτίζεται κυρίως πάνω σε συγγενείς τονικότητες (Υποδεσπόζουσας, Δεσπόζουσας, Επιδεσπόζουσας κλπ). Το ύφος του Τρίο παρουσιάζεται και αυτό αντιθετικό ως προς το μενουέτο. Συνήθεις αντιθέσεις για παράδειγμα είναι: Μελωδικό-Ρυθμικό, Ομοφωνικό-Αντιστικτικό, Dolce-Vivace, Grazioso-Energico κλπ. 
Μορφολογικά, το Τρίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα δεύτερο, αντιθετικό μενουέτο, χωρισμένο και αυτό σε 2 μέρη όπου στο δεύτερο μέρος βρίσκεται ενσωματωμένη η επανάληψη του πρώτου. 
Στο εν λόγω Τρίο του Mozart είναι γραμμένο στη Ρε μείζων, την Υποδεσπόζουσα της Λα Μείζων στην οποία είναι γραμμένο το μενουέτο. Η αντίθεση στο ύφος είναι εμφανής, εφόσον εδώ έχουμε ένα πιο ενεργητικό τμήμα ως προς την αφηγηματική υφή του μενουέτου. Επίσης η δομή του δεν περιλαμβάνει επανάληψη του Α (Α’) αλλάέχουμε μια απλή δομή τύπου:
||:Α:||:Β:|| 
Ονομάζουμε τα μέτρα 1-8 Α. Σε αντίθεση με το μενουέτο που προηγήθηκε εδώ δεν έχουμε οκτάμετρη πρόταση αλλά μια μουσική φράση τύπου a1-a2, το πρώτο στην περιοχή της τονικής και το δεύτερο στην περιοχή της δεσπόζουσας. Τα δομικά συστατικά της ενότητας αυτής είναι τα μοτίβα m1, m2, m3 και m4, 2 όγδοα-τέταρτο, 6 συνεχόμενα όγδοα, 3 συνεχόμενα τέταρτα και 4 δέκατα-έκτα-2 τέταρτα αντίστοιχα. Στα μέτρα 4 και 5 η ενότητα Α μετατρέπει στη δεσπόζουσα με τη χρήση της συγχορδίας Μι Μείζων (Διπλή δεσπόζουσα) τελειώνοντας με μία τέλεια τετραμερή πτώση σε αυτή.



Στη συνέχεια ακολουθεί το Β (ΜΜ 9-16) το οποίο διανύει μια πορεία επιστροφής στην Τονική. Όπως ακριβώς και η ενότητα Α, το Β αποτελείται από 2 μικρότερα και ίσα σε διάρκεια τμήματα τα b1 και b2 τα οποία βρίσκονται στις περιοχές της δεσπόζουσας και της τονικής αντίστοιχα. Η κατανομή του μουσικού υλικού είναι ακριβώς η ίδια με το Α, με τα ρυθμικά μοτίβα m1, m2, m3, και m4 στις ίδιες ακριβώς θέσεις με πριν. Συνεπώς, ίδιος παραμένει και ο αρμονικός ρυθμός του B σε σχέση με το A. Αντιλαμβανόμαστε ότι με την παρεμβολή του Τρίο η διάρκεια του μενουέτου αυξάνεται 2,5 έως 3 φορές περισσότερο, εξαρτάται αν τηρηθούν ή όχι α σημεία επανάληψης τη δεύτερη φορά που παίζεται το μενουέτο. 


Τέλος, παραθέτω έναν συνοπτικό πίνακα με τη μορφολογική και αρμονική πορεία του κομματιού, τόσο σε μικροδομικό όσο και σε μακροδομικό επίπεδο.




Εν κατακλείδι και προς ολοκλήρωση της ασκήσεως ύφους, παραθέτω ένα Menuetto μιμούμενος τη δομή και το στυλ των παραπάνω. Μπορείτε να κατεβάσετε την παρτιτούρα εδώ




Βιβλιογραφία
Cook Nicholas, A Guide to Musical Analysis, Oxford University Press, Ηνωμένο Βασίλειο, 1987
Grout Donald, Palisca Claude, A History of Western Music, Norton, ΗΠΑ, 1960
Maler Wilhelm, Σύστημα Διδασκαλίας της Αρμονίας, Νάσος, Αθήνα 1983
Michels Ulrich, Άτλας της μουσικής, Νάκας, Αθήνα 1994
Ratz Erwin, Σύστημα Λειτουργικής Μορφολογίας, Νάσος, Αθήνα 1987
Rosen Charles, The Classical Style, Norton, ΗΠΑ, 1971


Sadie Stanley, The new Grove Dictionary of Music and Musicians, Macmillan, Λοδίνο 2001

Schoenberg Arnold, Fundamentals of Musical Composition, Faber & Faber, London 1970